Έρχεται ο Εκδημοκρατισμός ή ο «Μεγάλος Αδερφός»;

Έρχεται ο Εκδημοκρατισμός ή ο «Μεγάλος Αδερφός»;

Το τελευταίο tweet του πρώην Προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, έγινε στις 8 Ιανουαρίου 2021, ώρα 10:44 μ.μ. Η τελευταία του ανάρτηση, στη σελίδα του στο Facebook, έγινε στις 6 Ιανουαρίου, ενώ μαινόταν η επίθεση στο Καπιτώλιο. Η πρώτη ιστοσελίδα, αρχικά, έδωσε ένα προειδοποιητικό 12ωρό αποκλεισμό στον Trump, ενώ η δεύτερη μπλόκαρε το λογαριασμό του επ’ αόριστον. Μετά, όμως, το πέρας του 12ώρου, ήρθε και ο οριστικός αποκλεισμός του πρώην ισχυρότερου άνδρα από την πλατφόρμα του Twitter, μιας και συνέχισε την διχαστική ρητορική του.

Η κίνηση αυτή δίχασε την παγκόσμια κοινότητα, ρίχνοντας φως σε ζητήματα λογοδοσίας εταιρειών και ιδιωτικών συμφερόντων στον διαδικτυακό κόσμο. Πολλοί θεώρησαν ότι αυτή η κίνηση θα έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα. Άλλοι πάλι, για διαφορετικούς λόγους, το θεώρησαν -εν δυνάμει- προβληματικό, ακόμα και αντισυνταγματικό.

Ήταν κάτι απαραίτητο

Πρωτίστως για την Αμερική και έπειτα για το σύνολο του υπόλοιπου κόσμου. Καθ’ όλη τη διάρκεια της προεδρίας του, ο Trump επανειλημμένως καταχράστηκε τα προνόμια που προσφέρουν στους χρήστες αυτές οι πλατφόρμες, ώστε να διαδώσει ψευδείς ή μη επιβεβαιωμένες ειδήσεις. Έτσι, ενεργά συνεισέφερε στην ενίσχυση της παραπληροφόρησης και της συνωμοσιολογίας, σχετικά με ζητήματα, όπως ο κορωνοϊός, η εγκυρότητα του αμερικανικού εκλογικού συστήματος και άλλα.

Ωστόσο, πέρα από τα ψέματα, οι συναισθηματικές εκρήξεις του Προέδρου ήταν -ίσως- ακόμα χειρότερες. Από τις απανωτές μεταμεσονύκτιες αναρτήσεις του, με συνήθως όλους τους χαρακτήρες κεφαλαία -κάτι που συνηθίζεται ως ένδειξη έντασης, μέχρι τα περιπαικτικούς χαρακτηρισμούς, που χρησιμοποιούσε, όταν αναφερόταν σε πολιτικούς του αντιπάλους ή άλλους ηγέτες ξένων χωρών. Κυριολεκτικά οτιδήποτε ερχόταν στο μυαλό του τέως Προέδρου, μπορούσε να το αναρτήσει αμέσως στο Twitter και αυτομάτως να μετατραπεί σε είδηση. Δίχως κάποιο φιλτράρισμα ή κάποια παρέμβαση των επίσημων διαύλων επικοινωνίας, που συνηθίζουν να χρησιμοποιούν οι πρόεδροι.

Και κάπως έτσι, φτάνουμε στον ίσως σημαντικότερο λόγο, που ο Trump αποκλείστηκε από αυτές τις πλατφόρμες. Διότι, έχοντας το ανώτατο αξίωμα του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, συνέχιζε να διατηρεί το επικοινωνιακό ύφος αυτής της μικροπρεπούς, μισάνθρωπης και νευρωτικής τηλεοπτικής περσόνας, που επί χρόνια είχε οικοδομήσει. Δεν ήταν απλά ένας χρήστης που διέδιδε ανυπόστατες πληροφορίες για σημαντικά κρατικά ζητήματα. Ήταν εκείνος, ο ίδιος, που είχε κληθεί από τον αμερικανικό λαό να διαχειριστεί αυτά τα ζητήματα, που διέδιδε ανακρίβειες και ασυναρτησίες…
 

Το αποτέλεσμα;

Η βίαιη εισβολή στο Καπιτώλιο και ο θάνατος 5 ανθρώπων.

Εξάλλου, τόσο το Twitter όσο και το Facebook έδρασαν, όπως ακριβώς έχουν σχεδιαστεί να δρουν. Σαν παγκόσμιας κλίμακας ιδιωτικές εταιρείες, που διαθέτουν το δικό τους εσωτερικό κανονισμό και όχι σαν κρατικοί φορείς. Ας μην ξεχνάμε ότι οι όροι χρήσης, που όλοι έχουμε κληθεί να αποδεχτούμε -εφόσον θέλουμε να γίνουμε εκουσίως μέλη των συγκεκριμένων, αναφέρουν εξαρχής τι θεωρούν απαγορευτικό και τι όχι. Και ο Trump ήταν στα όρια καιρό τώρα. Μέχρι που η περίοδος χάριτος έληξε.

Είναι η μόνιμη λύση;

Αδιαμφισβήτητα, όταν ο «Πρόεδρος του Twitter» χάνει το βήμα λόγου του και η μαζική παραπληροφόρηση, που περιείχαν σχεδόν όλες του οι αναρτήσεις, λαμβάνει -τουλάχιστον προσωρινό- τέλος, «λύνεται» -μερικώς- το πρόβλημα. Η παθογένεια που μαστίζει τον -εμφανώς διχασμένο- αμερικανικό λαό, όμως;

Είναι γεγονός πώς η εποχή της ψηφιακής πολιτικής έφτασε και το ερώτημα είναι: Πού φτάνουν τελικά τα όρια της έκφρασης και πού αρχίζει η λογοκρισία; Από την έναρξη της πανδημίας έως και σήμερα, επικρατεί μία αυταρχική διαχείριση του διεθνούς χάους και ο Trump εκμεταλλεύτηκε ακριβώς αυτή την παγκόσμια κρίση, για να αρχίσει να αμφισβητεί θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, να διασπείρει ψευδείς ειδήσεις για τον κορωνοϊό και φυσικά να κρίνει τα αποτελέσματα των εκλογών ως μη έγκυρα, συμπαρασύροντας έτσι ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων στον παραλογισμό του.

Πολλά μπορούν να υποστηριχθούν για τον αποκλεισμό του τέως Προέδρου της Αμερικής από το Twitter και το Facebook, όπως για παράδειγμα ότι η κίνηση αυτή δεν «παραβίασε» μόνο το δικαίωμα του Trump να λέει την άποψή του, αλλά απαγόρευσε και στο κοινό του -που αναμφίβολα δεν είναι μικρό- να τον παρακολουθεί και να διαδρά μαζί του.

Το ερώτημα λοιπόν είναι ένα: Όλος ο κόσμος που τον υποστηρίζει, θα σταματήσει να το κάνει με την απαγόρευση; Ή μήπως η κίνηση αυτή θα προκαλέσει μία ακόμη μεγαλύτερη συμφορά, λιγότερο ηχηρή, αλλά περισσότερο ύπουλη, μέσω της δημιουργίας πιο «προσεκτικών» τραμπιστών; Πώς ακριβώς θα απορροφηθούν ιδεολογικά οι εκατομμύρια αμερικανοί ψηφοφόροι του;

Ο Trump βασίστηκε στον κόσμο που τον πίστευε. Διέσπειρε σωρεία ψευδών ειδήσεων, ακριβώς επειδή μπορούσε να το κάνει. Η παραπληροφόρηση ανθίζει σε κοινωνίες, όπου βασιλεύουν οι προκαταλήψεις, τα στερεότυπα και η ελλιπής παιδεία. Αν το κοινό του Trump ήταν ορθότερα εκπαιδευμένο, θα χρησιμοποιούσε με υγιέστερο τρόπο τα ΜΜΕ. Θα είχε ενεργότερη αφύπνιση ως προς την αναγνώριση της παραπληροφόρησης. Και σίγουρα, θα μπορούσε να κρίνει πότε η συναισθηματική παραπλάνηση γινόταν όπλο στα χέρια του απελθόντος Προέδρου.

Η ευθύνη όμως δεν βρίσκεται στα χέρια μόνο του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά κυρίως, στο φάσμα των αξιών και της δεοντολογίας των ίδιων των μέσων ενημέρωσης. Αυτά είναι υπεύθυνα για την μάθηση και εκπαίδευση των πολιτών στις αληθείς, αντικειμενικές, ποιοτικές και αμερόληπτες ειδήσεις. Στους πιο θερμούς υποστηρικτές του Trump, η επιβολή της σιγής στα λεγόμενα του «ηγέτη» τους ενδέχεται να φαντάζει ως άλλο ένα δείγμα του αντισυστημικού του προφίλ, καθώς είναι ο πρώτος Πρόεδρος της Αμερικής, που υπέστη απαγόρευση δημοσιεύσεων από τα ΜΜΕ.

Και φυσικά απομένει μεταξύ άλλων και το ερώτημα του «Γιατί τώρα;». Γιατί αποφασίστηκε τώρα, ότι ο Trump παρασύρει επικίνδυνα μια μεγάλη μάζα Αμερικανών και όχι όταν δημοσίευε ανακρίβειες για την επικινδυνότητα του κορωνοϊού; Μήπως η αντίδραση αυτή ήταν τελικά υποκριτική, εμπορική και, για άλλη μία φορά, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επέλεξαν την σύμπλευση με την νέα πολιτική κατάσταση στην Αμερική;

Βραχυπρόθεσμα, ο περιορισμός του Trump αφενός «τιμωρεί» τον παραλογισμό κι αφετέρου «κερδίζει» χρόνο, έως ότου μπορέσει να βρεθεί μία πραγματική λύση στο πρόβλημα. Γιατί μπορεί ο Trump και οι πολιτικοί του ακόλουθοι να έλεγαν ό,τι έλεγαν, το ζητούμενο παραμένει όμως, γιατί όλος αυτός ο κόσμος δεν στάθηκε ικανός, όχι μόνο να αναγνωρίσει τον παραλογισμό, την χυδαιότητα και την ανηθικότητά του αλλά και να τον καταψηφίσει στις εκλογές.

Μακροπρόθεσμα όμως, εγείρεται και το ερώτημα των ορίων της δύναμης των εταιρειών – κολοσσών του Twitter και του Facebook. Διότι, όταν το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι εδράζεται πλέον σε ένα ψηφιακό περιβάλλον, ίσως έφτασε η εποχή να τεθούν ορισμένα όρια, υπό την μορφή ενός νομοθετικού πλαισίου, ως προς την ελευθερία της έκφρασης των πολιτικών ηγετών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και πάλι όμως, ποιος θα μπορούσε να είναι ο αντίκτυπος μιας τέτοιας οργουελιανής εξέλιξης, ειδικά όσον αφορά την ελευθερία της πολιτικής έκφρασης;

*Γράφουν οι: Μαρία Ραβάνη και Ευγενία Κοινούση