Fast Fashion: οι επιπτώσεις

Fast Fashion: οι επιπτώσεις

Για αρχή, τι είναι το Fast Fashion?

Η «γρήγορη μόδα», συνίσταται στην λογική της δημιουργίας φτηνών, μαζικής παραγωγής ειδών ένδυσης, που έχουν πατροναριστεί με βάση τις στιλιστικές επιλογές διασήμων και τις τάσεις της υψηλής ραπτικής. Αυτά τα ρούχα δεν έχουν κατασκευαστεί ώστε να έχουν αντοχές και δεν χρειάζεται να φορεθούν πολλές φορές πριν αρχίσουν να παρουσιάζουν τις πρώτες ενδείξεις φθοράς. Ο εν λόγω τομέας είναι ιδιαίτερα επιβλαβής για το περιβάλλον, με την μόδα να τοποθετείται στην δεύτερη θέση με τις πιο ρυπογόνες βιομηχανίες σε ολόκληρο τον κόσμο. Επιπλέον, πέρα από τα μέσα παραγωγής και τα προβλήματα που προξενούν, η νοοτροπία της γρήγορης μόδας, δηλαδή η κατοχή ενός ενδύματος μόνο για μία σεζόν -πριν την απόρριψη του, δημιουργεί πολλά περιττά απορρίμματα.

Παράλληλα, συχνά μεγάλες εταιρίες βρίσκονται αντιμέτωπες με κατηγορίες για τις εργασιακές συνθήκες, ενώ άλλες καταφεύγουν σε αδιαφανείς τρόπους παραγωγής ώστε να τις αποφύγουν, διατηρώντας, παράλληλα, το κόστος χαμηλό.

Εργάτες της γρήγορης μόδας ή μήπως «βαρέα και ανθυγιεινά»;

Η εργασία στα «fast fashion» εργοστάσια μπορεί να χαρακτηριστεί από τις πιο επικίνδυνες και κακοπληρωμένες, με άμεσο αντίκτυπο στις ζωές των υπαλλήλων. Πέρα από την έλλειψη εργασιακής ασφάλειας και τα εξαντλητικά ωράρια, συχνά υπάρχουν και φαινόμενα παιδικής εργασίας. Σύμφωνα με την UNICEF περίπου 16 εκατομμύρια παιδιά, ηλικίας 5 έως και 17 ετών, υπόκεινται σε παιδική εργασία.

Ενώ στις διαδικτυακές τους ιστοσελίδες, πολλές εταιρίες διαβεβαιώνουν τον καταναλωτή ότι σέβονται τους νόμους περί παιδικής εργασίας, παραλείπουν να διευκρινίσουν ότι αυτοί διαφέρουν από χώρα σε χώρα, και ειδικά σε εκείνες, που επιλέγουν να ανοίξουν τα εργοστάσιά τους, είναι ιδιαίτερα χαλαροί.

Επιπροσθέτως, η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων (της τάξεως του 80-95%) στα εργοστάσια, σε  αναπτυσσόμενες χώρες, είναι γυναίκες. Πρόκειται για ανθρώπους που ζουν υπό το όριο της φτώχιας, χωρίς περιθώρια για διεκδικήσεις, ειδικά όταν η απόλυση, η εκμετάλλευση και η αποφυγή της κατάθεσης πληρωμής είναι τόσο εύκολη.

Μόνο με εξωτερικές πιέσεις θα μπορούσαν να μειωθούν τα επίπεδα εκμετάλλευσης. Το μποϋκοτάζ δεν θα ήταν η καλύτερη λύση, γιατί θα οδηγούσε σε περικοπές και πρώτοι, από όλους, θα πλήττονταν οι ίδιοι, οι ευάλωτοι εργαζόμενοι.

Το ανησυχητικό αντίκτυπο στο Περιβάλλον

Σύμφωνα με την Greenpeace, «Ο μέσος άνθρωπος αγοράζει 60% περισσότερο ρουχισμό, και τον κρατάει το μισό διάστημα, από ότι περίπου 15 χρόνια πίσω».  Με μικρότερη διάρκεια ζωής των ρούχων και ασταμάτητες εναλλαγές της μόδας, οι καταναλωτές έχουν ανάγκη να αγοράσουν συχνότερα, αναπαράγοντας μία κουλτούρα υπερκατανάλωσης και αποβλήτων. 

Πέρα, όμως, από τα περιττά απορρίμματα, η βιομηχανία της μόδας είναι υπεύθυνη για το 10% των εκπομπών άνθρακα του πλανήτη. Εκτός από τη δεύτερη θέση στους ρυπογόνους παράγοντες, κατέχει και την δεύτερη θέση του μεγαλύτερου καταναλωτή νερού παγκοσμίως, απαιτώντας επιβαρυντικά μεγάλες ποσότητες νερού για την παραγωγή. Επίσης, πολλά εργοστάσια εγκαταλείπουν τα υπολειπόμενα νερά από το χρωματισμό των ρούχων σε λίμνες και ποταμούς.

Από την «γρήγορη μόδα» δημιουργούνται και επιπλοκές στην ανακύκλωση υφασμάτων, καθώς γίνεται εντατική χρήση χημικών ουσιών που είναι ταυτόχρονα επικίνδυνες και για το περιβάλλον, αλλά και για τους ανθρώπους. 

Ο Covid–19 και η ανατροπή των δεδομένων

Με την εισβολή του κορωνοϊού στην καθημερινότητά μας, μέσα στον πολυπληθή αριθμό τομέων, που λύγισαν κάτω από τις οικονομικές συνέπειες, ήταν και η βιομηχανία της μόδας, μετά την τεράστια -αλλά αναμενόμενη- πτώση στη ζήτηση.  Μπορεί το ηλεκτρονικό εμπόριο να άνθισε στην εποχή του λοκντάουν, αλλά τα δια ζώσης καταστήματα πολυάριθμων αλυσίδων συνεχώς ανακοινώνουν κλείσιμο και σε μερικές, πιο ακραίες περιπτώσεις, χρεοκοπία.

Καθώς τα προβλήματα οξύνονταν, η ήδη υπάρχουσα ανάγκη, για αναθεώρηση παγιωμένων στρατηγικών, έγινε πιο επιτακτική. Σταδιακά, η προσπάθεια, για μία πιο βιώσιμη μορφή της μόδας, καθίσταται πιο συντονισμένη και δραστική. Πολλά κράτη της Ευρώπης στοχεύουν, με τα υποστηρικτικά μέτρα για την ζημία του Covid–19, να αναδιαμορφώσουν τον όρο της μόδας. Ταυτόχρονα, γεννάται η διάθεση να τον συνδέσουν, και αμεσότερα, με νομικές δεσμεύσεις για καλύτερες συνθήκες εργασίας στα κράτη παραγωγής και την υιοθέτηση πρακτικών κυκλικής οικονομίας, όπου κρίσιμο ρόλο θα παίξει η υποστήριξη από ιδρύματα δημόσιας πολιτικής.

Η οπτική του καταναλωτή

Με την παρούσα πραγματικότητα, στην οποία, δεν έχει -ακόμη- επιτευχθεί, παρά μόνο σε πολύ μικρό ποσοστό, η προσαρμογή σε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο παραγωγής, δυστυχώς ενυπάρχουν, ακόμη, αρκετές δυσκολίες στην προσέλκυση των καταναλωτών σε εταιρίες με παραγωγή, πιο φιλική προς το περιβάλλον. Ειδικά δεδομένης της εύλογης διαφοράς στην τιμή. Αφού τα καλύτερης ποιότητας υλικά, που χρησιμοποιούνται, αυξάνουν το κόστος.

Ωστόσο, υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, ώστε να συμβάλλει ο καθένας σ’ έναν πιο βιώσιμο τρόπο ζωής. Αρχικά, όσα ρούχα δεν χρειαζόμαστε, θα μπορούσαν να δωρίζονται ή να απορρίπτονται στους κόκκινους -ειδικούς για ανακύκλωση ρουχισμού- κάδους, αντί για τους πράσινους. Ένα ακόμα βήμα, θα ήταν να δώσουμε μία ευκαιρία στα «second hand» μαγαζιά, χαρίζοντας νέα πνοή σε κομμάτια, που κατέχουν πολλές φορές και το πλεονέκτημα του μοναδικού.

Εν τέλει, λόγω του κορωνοϊού, η καταναλωτική μας συμπεριφορά, έχει μεταβληθεί αμφίβολα, μειώνοντας την απόσταση των περισσότερων από ένα πιο μινιμαλιστικό τρόπο ζωής. Σε συλλογικό επίπεδο, θα υπήρχε όντως ουσιαστική διαφορά, αν η τωρινή κατάσταση μετατρεπόταν σε ρουτίνα. Άλλωστε, ακόμα και σύμφωνα με έρευνες ψυχολογίας, δεν έγκειται η ευτυχία στην αυξημένη κατανάλωση.