Αστυνομία στα Πανεπιστήμια;

Αστυνομία στα Πανεπιστήμια;

Μεγάλη συζήτηση έχει εγερθεί για το ζήτημα της αναγκαιότητας, ή μη, της αστυνομίας -ειδικής φρουράς- στα Πανεπιστήμια, ενώ το νομοσχέδιο της Υπουργού Παιδείας βρίσκεται σε διαδικασία διαβούλευσης. Φοβούνται οι Πανεπιστημιακοί; Η πληθώρα των πανεπιστημιακών αναγνωρίζει το πρόβλημα, δεν αναγνωρίζει όμως την λύση. Προτού περάσουμε σε μία κριτική ανάγνωση του νομοσχεδίου, καλό είναι να γίνει αναφορά στα κυριότερα σημεία που αφορούν την αστυνόμευση. Πρόκειται λοιπόν για μία ειδική φρουρά, η οποία θα έχει τις εξής αρμοδιότητες:

-Αποτροπή της τέλεσης αδικημάτων εντός των χώρων των ΑΕΙ

-Στελέχωση και λειτουργίας των Κέντρων Λήψης Σημάτων, μαζί με το προσωπικό των ΑΕΙ

-Πραγματοποίηση περιπολιών

-Αντιμετώπιση της παραβατικότητας

Βάσει του νομοσχεδίου, που σημειωτέων αφορά, γενικά, την αναβάθμιση των πανεπιστημίων, θα προσληφθούν 1.000 αστυνομικοί προκειμένου να συσταθούν Ομάδες Προστασίας Πανεπιστημιακού Ιδρύματος, οι οποίοι σε πρώτη φάση θα απορροφηθούν στο ΕΜΠ, το ΟΠΑ, το ΕΚΠΑ, το ΑΠΘ και το Πανεπιστήμιο Πατρών. Θα φορούν ειδική στολή, δεν θα φέρουν πυροβόλα όπλα, παρά μόνον γκλοπς και σπρέι πιπεριού, θα δρουν ανάλογα με τις ανάγκες του Ιδρύματος, θα έχουν προανακριτικά καθήκοντα, ενώ θα δέχονται εντολές και θα λογοδοτούν στην ΕΛ.ΑΣ., με άμεση συνεργασία του Πρύτανη ή του Αντιπρύτανη.

Επίσης, η είσοδος πλέον στα ΑΕΙ θα είναι ελεγχόμενη, θα υπάρχουν κάμερες -ωστόσο δεν θα καταγράφονται οι πανεπιστημιακές παραδόσεις- και περιμετρική περίφραξη. Προβλέπεται ακόμη και η σύσταση ενός Πειθαρχικού Συμβουλίου Φοιτητών, το οποίο ανάλογα με τα αδικήματα θα επιβάλλει και τις αντίστοιχες κυρώσεις. Μήπως όμως αναπαράγεται για ακόμη μία φορά ένα αυστηρό τιμωρητικό πλαίσιο, χωρίς να δίνεται χώρος στην υγιή διαβούλευση και στη σύνεση;

Δύο είναι τα ζητήματα που νομικά και κοινωνικά αφορούν το εν λόγω θέμα, παρότι οι περισσότεροι φοιτητές και πανεπιστημιακοί παραδέχονται την ανάγκη φύλαξης των χώρων. Πρώτον, παραβιάζει τα άρθρα 16 και 25 του Συντάγματος, περί Αυτοδιοίκησης των Πανεπιστημίων και της αρχής της Αναλογικότητας, αντίστοιχα -ήδη έχουν προβάλει ενστάσεις αντισυνταγματικότητας το ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΙΝΑΛ και το ΜΕΡΑ 25. Οι ειδικοί φρουροί, όπως είδαμε, θα λογοδοτούν στην ΕΛ.ΑΣ. και όχι στις πανεπιστημιακές αρχές, ενώ όσον αφορά στην αρχή της αναλογικότητας, προτού ληφθεί ένα τόσο ακραίο μέτρο, προβλέπεται πρώτα η λήψη ηπιότερων μέτρων. Προφανώς, ειδικά στην ελληνική κοινωνία, είναι αποδεδειγμένη η ανάγκη της περαιτέρω διασφάλισης της τάξης στα πανεπιστήμια. Ωστόσο, είναι πράγματι η έσχατη λύση ένα ειδικό σώμα, που θα λογοδοτεί στην αστυνομία; Έχουν επιχειρηθεί ή συζητηθεί μετριοπαθέστερα μέτρα που απέτυχαν; Η ελληνική αστυνομία και κοινωνία κρατούσε πάντα μία «αδιάφορη» και σίγουρα όχι προληπτική στάση απέναντι στις αναταραχές των σχολών είτε αυτές προκαλούνταν από ενδο-πανεπιστημιακούς είτε από εξω-πανεπιστημιακούς. Φυσικά και είναι άδικο και παράνομο να καταστρέφεται πανεπιστημιακή περιουσία, να παρεμποδίζεται η διδασκαλία και η απρόσκοπτη έλευση των φοιτητών αλλά και των καθηγητών στις σχολές, αλλά είναι πράγματι το μέτρο αυτό κατάλληλο να επιφέρει την ασφάλεια κι ακόμα περισσότερο την ισορροπία;

Το κοινωνικό ζήτημα που εγείρεται είναι: Γιατί τώρα; Τώρα που όλη η ελληνική κοινωνία είναι βυθισμένη στην πανδημία, οι φοιτητές είναι «μόνιμοι πελάτες» της τηλεκπαίδευσης και οι πανεπιστημιακοί δεν είναι εύκολο να συγκεντρωθούν και να συζητήσουν για ένα θέμα που τους αφορά; Τώρα που οι πανεπιστημιακές αίθουσες είναι άδειες; Μπορεί η αστυνομία να δώσει λύση σε ένα ζήτημα πολιτικής και κοινωνικής κουλτούρας;

Η ενδο-πανεπιστημιακή αστυνομική παρουσία και το «αίσθημα ασφάλειας»

Πολλά ερωτήματα γεννούνται σχετικά με την διαμόρφωση της νέας πραγματικότητας, εντός των ελληνικών πανεπιστημίων, και το κλίμα που θα επικρατήσει. Παρότι η φύλαξη των πανεπιστημίων θεωρείται αναγκαία, ο αριθμός των αντιρρήσεων εντός της πανεπιστημιακής κοινότητας σχετικά με την υπεροχή ενός αισθήματος φόβου, έναντι εκείνου της ασφάλειας, και η καταπάτηση της δημοκρατικής ελευθερίας, είναι αξιοσημείωτος. Μπορεί να συμπλεύσει ένα αίσθημα ελευθερίας με την ασφάλεια; Υπό όρους, ναι.

Παραδοσιακά, για τον περισσότερο κόσμο ένας θεσμός καταστολής είναι άμεσα συνυφασμένος με την σύλληψη εγκληματιών και την διάπραξη κακουργημάτων. Ειδικότερα οι νεότερες γενιές  φοιτητών ενδέχεται να αισθανθούν μία αποθάρρυνση ή ανησυχία, δεχόμενες τόσο αυστηρό έλεγχο, χωρίς να έχουν προηγούμενη επαφή με ανάλογη αντιμετώπιση. Για παράδειγμα, πόσο «ελκυστικό» είναι το ενδεχόμενο της «απειλής» χρήσης των γκλοπς και των σπρέι πιπεριού; Και πώς, άραγε, ορίζονται οι περιστάσεις έκτακτης ανάγκης; Ή εναπόκεινται στην εκάστοτε ατομική αυθαιρεσία;

Παράλληλα το σώμα της αστυνομίας διαθέτει μακροχρόνιο ιστορικό -πριν από την περίοδο της μεταπολίτευσης ακόμη- δολοφονιών φοιτητών και μαθητών, πράγμα διόλου καθησυχαστικό για εκείνους που φοιτούν ή εργάζονται εντός των πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων σε καθημερινή βάση. Αντίθετα, συχνά η παρουσία της ΕΛ.ΑΣ. χωρίς κάποιο σοβαρό λόγο, ενδέχεται να δυναμιτίσει καταστάσεις και να πυροδοτήσει ακόμα περισσότερα επεισόδια.

Καλό θα ήταν να μην ξεχνάμε, ότι υφίστανται κατά καιρούς και κατηγορίες  για σεξουαλική παρενόχληση από το αστυνομικό σώμα. Υπάρχουν δηλαδή περιπτώσεις που οι θηλυκότητες εντός των πανεπιστημίων, είναι δυνατό να αισθανθούν περισσότερη ανασφάλεια στην κυκλοφορία τους.

Γιατί υπάρχει αναγκαιότητα φύλαξης των πανεπιστημίων;

Σίγουρα, η ανάγκη για φύλαξη είναι επιτακτική, μετά τα γεγονότα που λαμβάνουν κατά καιρούς χώρα σε όλα τα πανεπιστήμια εντός της χώρας. Δεν πρόκειται για πρόσφατο φαινόμενο, με αρκετά παραδείγματα επιθέσεων κυρίως από εξω-πανεπιστημιακούς. Εκείνο που έλαβε περισσότερη έκταση και θεωρείται το αποκορύφωμα, είναι ο προ μηνών προπηλακισμός και η βίαιη επίθεση απέναντι στον πρύτανη του Οικονομικού πανεπιστημίου Αθηνών, με βανδαλισμούς εντός του κτηρίου και την ανάρτηση κυκλοφορία βίντεο διαδικτυακά με τα συμβάντα. Αντίστοιχα περιστατικά έχουν συμβεί και σε άλλα πανεπιστήμια, όπως η επίθεση στον πρύτανη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 2017.

Μεγάλη είναι και η μερίδα του ακαδημαϊκού κύκλου, που τάσσεται υπέρ της κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου, υπό την αιτιολόγηση της «εκμετάλλευσης» του από τοξικομανείς (με εξαίρεση την περίπτωση των εμπόρων ναρκωτικών που φυσικά και πρέπει να υπαχθούν στην ελληνική δικαιοσύνη). Σε αυτή την περίπτωση καλό είναι να κρατάμε στο νου μας ότι η αστυνομία δεν θα προσέφερε ουσιαστική λύση, ούτε το έχει πετύχει όλα αυτά τα χρόνια, ακριβώς λόγω της συχνά άτεγκτης αντιμετώπισης της. Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι στην πραγματικότητα, χρειάζονται βοήθεια και περίθαλψη, όχι να δεχθούν διώξεις, αλλά να σταλούν σε δομές.

Ωστόσο, παρότι δεν λαμβάνουν την ίδια έκταση, εξίσου κρίσιμες είναι και οι επιθέσεις σεξουαλικής φύσεως, που δυστυχώς εξακολουθούν να αποτελούν αρκετά συχνό φαινόμενο εντός των πανεπιστημιακών χώρων. Από τις ελάχιστες που δημοσιοποιήθηκαν -και αυτό κυρίως εξαιτίας της ανάρμοστης αντιμετώπισης που δέχτηκε από τα μέσα ενημέρωσης- ήταν αυτή της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας φοιτήτριας μετά από ασέλγεια συμφοιτητή στην πλάτη της, εντός της βιβλιοθήκης του ΑΠΘ.

Συνοψίζοντας τις σκέψεις μας πάνω στην μελλοντική εφαρμογή του εν λόγω νομοσχεδίου, είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε ότι συμφωνούμε στην αδήριτη ανάγκη να υπάρξει πλέον μία περισσότερο ασφαλής πανεπιστημιακή πραγματικότητα. Ωστόσο, θεωρούμε ότι η ειδική φρουρά θα ήταν ορθότερο να λογοδοτεί στο Πανεπιστήμιο και όχι στην ΕΛ.ΑΣ.. Επιπροσθέτως, τίθεται επί τάπητος η αναγκαιότητα ενδελεχούς ψυχομετρικής εξέτασης και προετοιμασίας της εν λόγω φρουράς, ειδικά όταν αφορά την φύλαξη νεαρών ενηλίκων. Είναι εξίσου σημαντικό να θεσπιστεί μία αναδιαμόρφωση των αρμοδιοτήτων των πανεπιστημιακών, προκειμένου να είναι σε μεγαλύτερη επαγρύπνηση σε περιπτώσεις κρίσεων. Αναμφίβολα, με γόνιμο διάλογο, τον κατάλληλο χειρισμό και οργάνωση, η ασφάλεια και η ελευθερία μπορούν να συμπλεύσουν, έτσι ώστε να ανταποκριθούν στο μέγιστο στα σύγχρονα δημοκρατικά ιδεώδη.

*Γράφουν οι: Μαριλένα Κοιλάκου και Κοινούση Ευγενία