Υπόθεση Σεχίδη· κάτι παραπάνω από οικογενειοκτονία

Υπόθεση Σεχίδη· κάτι παραπάνω από οικογενειοκτονία

της Αφροδίτης Σωτηρίου

«Ελπίζω αυτή η υπόθεση που με τάραξε να μη γίνει κι αυτή μία ακόμα μέτρια ελληνική ταινία, γιατί χρειάζεται ένας Ντοστογιέφσκι για να μπορέσει να μην προδώσει την πολυπλοκότητά της». Έτσι ειπώθηκε μεταξύ άλλων για την -πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα- υπόθεση Σεχίδη, η οποία σόκαρε, προβλημάτισε, ακόμη κι ενέπνευσε. Σήμερα, μετρώντας 2 χρόνια ακριβώς από τη 12η Φεβρουαρίου 2019, ημέρα θανάτου του κατά συρροήν δολοφόνου Θεόφιλου Σεχίδη, θέλησα να θυμίσω την ιστορία του. «Από τη στιγμή που έχω το δίκιο με το μέρος μου, θα φύγω απ’ αυτόν τον κόσμο ξέροντας ότι στον άλλον που θα πάω δεν θα έχω κανένα πρόβλημα» είχε δηλώσει ο ίδιος.

Το 1996 ένας 24χρονος φοιτητής Νομικής από τη Θάσο ξεκλήρισε πέντε μέλη της οικογένειας του. Το ζήτημα δυστυχώς όμως ούτε αρχίζει, ούτε τελειώνει εκεί. Ο Θεόφιλος λοιπόν υπήρξε ένα ήσυχο παιδί, κάπως αντικοινωνικό και λιγομίλητο, χαμένο στο δικό του μοναχικό κόσμο. Φορώντας καθημερινά τα ίδια ρούχα και με μόνιμη συντροφιά την κλασσική μουσική και την ποίηση, θύμιζε ιδιόρρυθμο καλλιτέχνη. Εξάλλου, η ζωγραφική ήταν το πάθος του. Συνήθιζε να φτιάχνει πίνακες με αφαιρετικά συμμετρικά λουλούδια – οι οποίοι καταστρέφονταν από τον πατέρα του, που δεν συμφωνούσε με την κλίση του γιου του αλλά ούτε και με την αισθητική των δημιουργιών του. Αν και τρόπον τινά παρεμβατικός ο Δημήτρης Σεχίδης, δάσκαλος και διευθυντής σχολείου, είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο γιο του. Είχε εναποθέσει όλες του τις ελπίδες πάνω στον πανέξυπνο φοιτητή, αφού το άλλο του παιδί, η Έμμυ, έπασχε από σχιζοφρένεια. Η πάθηση και τα ψυχοφάρμακα που έπαιρνε το κορίτσι την καθιστούσαν σε άσχημη κατάσταση, κι ο πατέρας ενίοτε έπαιρνε κι αυτός μερικά για να αντεπεξέρχεται. Όσο για τη μητέρα Μαρία, είχε να υπομείνει αρκετές αγχογόνες ή και βίαιες καταστάσεις στο σπίτι. 

Όμως τόσο η ψυχολογική κατάσταση όσο κι η συμπεριφορά του Θεόφιλου φαινόταν να οδεύει επί το χείρον. Εκείνος, αποξενωμένος από την πραγματικότητα και τον περίγυρό του. Ένας παρίας, ένας κυνηγημένος. Το σπίτι του, ένα άδειο διαμέρισμα. Οι ήχοι που προέρχονταν απ’ αυτό, η κλασσική του μουσική, τα κλάμματα κι οι βρισιές του.

Οι δικοί του αποφάσισαν ότι ήρθε η στιγμή να τον νουθετήσουν ώστε να δεχτεί ψυχιατρική βοήθεια. Ο πατέρας του σε συνεννόηση με τον θείο του Βασίλη που κατέβηκε από το Βέλγιο ειδικά γι’ αυτόν τον σκοπό, κάλεσαν τον Σεχίδη από την Καβάλα που σπούδαζε να μεταβεί άμεσα στη Θάσο. Το μοιραίο πρωινό της 19ης Μαΐου του 1996, Βασίλης και Θεόφιλος βόλταραν στην Ακρόπολη της Θάσου. «Πρόσεχε καλά τι κάνεις, πρόσεχε πολύ καλά» προειδοποίησε τον ανιψιό του μεταξύ άλλων, και η λογομαχία δεν άργησε να πυροδοτηθεί. Όπως ο Θεόφιλος αναπαρέστησε μήνες μετά με περισσή κυνικότητα και ψυχραιμία το σκηνικό στην αστυνομία, ο θείος του προέβη σε επίθεση εναντίον του με μαχαίρι, κι εκείνος του έπιασε το χέρι για να τον αποκρούσει. Ο Βασίλης επιχείρησε να επιτεθεί ξανά και τότε ο Θεόφιλος τον έσπρωξε από το γκρεμό. Όταν τον είδε να ψυχορραγεί, του έκοψε το λαιμό για να μη βασανίζεται. Γρήγορα ο Σεχίδης έκρυψε το πτώμα στους θάμνους, αγόρασε καινούριο πουκάμισο κι ένα κυνηγετικό όπλο κι επέστρεψε σπίτι. Ο διακόπτης του είχε γυρίσει. Και το πρώτο ντόμινο στην αλυσίδα, είχε μόλις πέσει. 

Όταν επέστρεψε ο πατέρας του στο σπίτι του, νέος φραστικός διαξιφισμός ξεκίνησε. «Ο πατέρας μου είχε μαχαίρι, φοβήθηκα» δήλωσε ο Σεχίδης, κι έτσι όταν γύρισε την πλάτη του να πάει στην τουαλέτα τον πυροβόλησε, κι ύστερα του έκοψε την καρωτίδα. Η μητέρα ήρθε μέσα οπλισμένη κι αυτή με ένα μαχαίρι κατά τα λεγόμενά του, την αφόπλισε αρπάζοντας το και της έκοψε το λαιμό. Η ιατροδικαστική γνωμάτευση όμως, έδειξε ότι η γυναίκα είχε πυροβοληθεί. Η ίδια ιστορία με το μαχαίρι ειπώθηκε και για την δολοφονία της αδερφής του, αλλά και για της γιαγιάς του Ερμιόνης που βρήκε κι αυτή τραγικό θάνατο την επόμενη μέρα που επισκέφτηκε το σπίτι για να δει τι συμβαίνει. 

Κι αν νομίζατε ότι το θρίλερ έχει τελειώσει, περνάμε στην επόμενη σκηνή όπου ο Σεχίδης υπό τους ήχους Τσαϊκόφσκι τεμαχίζει τα πτώματα της νεκρής οικογένειάς του με σιδηροπρίονο και τα μοιράζει σε 30 πλαστικές σακούλες. Επιβαίνοντας τρεις φορές σε δρομολόγιο φερι-μποτ, τα ξεφορτώνεται στη χωματερή της Καβάλας. Παράλληλα, έχει φροντίσει να κρατήσει σε πιατάκια στο ψυγείο κάποιους εγκεφάλους για «μεταγενέστερη μελέτη». Οι ιατρικές του ανησυχίες ωστόσο δεν ευοδώθηκαν λόγω κακής διατήρησης του ψυγείου, κι οι εγκέφαλοι πετάχτηκαν. 

Με τη μανία να έχει υποχωρήσει και την ανάγκη κάλυψης της να έχει εμφανιστεί, ο Σεχίδης καταφέρνει να κρατήσει μυστικό το φονικό επί δυόμιση μήνες. Στα ανήσυχα τηλεφωνήματα αποκρίνεται σκαρφίζοντας δικαιολογίες για δήθεν ταξίδια των δικών του στο εξωτερικό. Η σύζυγος του Βασίλη, Ελένη, πλέον έντονα θορυβημένη (κι ύστερα από άκαρπη κινητοποίηση της βελγικής αστυνομίας) μεταβαίνει η ίδια στη Θάσο σε αναζήτηση του άντρα της. Ο Σεχίδης βγαίνει κι ο ίδιος να ψάξει (!), ωστόσο η θεία του τον υποπτεύεται και οι έρευνες στρέφονται πάνω του.

Στις 21 Ιουλίου συλλαμβάνεται για οπλοκατοχή ύστερα από έρευνα της αστυνομίας στο αμάξι του. Και παρότι αφήνεται ελεύθερος λόγω λευκού ποινικού μητρώου, το κουτί της Πανδώρας γι’ αυτόν δεν άργησε ν’ανοίξει. Όλοι οι δρόμοι έδειχναν εκείνον. Ύστερα από πολύωρη ανάκριση ομολόγησε στις 8 Αυγούστου τις πράξεις του. Η δίκη στις 20 Ιουνίου 1997 τον βρίσκει ένοχο και τον καταδικάζει σε 5 φορές ισόβια.

Κι έτσι ο «εγκληματίας του αιώνα» -όπως χαρακτηρίστηκε από τον εισαγγελέα- κατευθύνεται στις δικαστικές φυλακές Κομοτηνής με το μπλοκ ζωγραφικής στην αγκαλιά του. Εκεί τοποθετείται στην απομόνωση. Αιτείται πρόσβαση σε βιβλία, καθώς και στη μουσική του Μπαχ ή έστω σ’ οποιαδήποτε του αυτού είδους. Δεν αργεί όμως να μεταφερθεί στο ψυχιατρείο κρατουμένων Κορυδαλλού λόγω ψυχολογικών διαταραχών και μη επαφής με την πραγματικότητα. Εκεί και βρέθηκε σαν σήμερα να κείτεται, νεκρός στα 47 του λόγω ανακοπής καρδιάς.

Ο Σεχίδης, σε μια εκτόνωση συσσωρευμένης εχθρότητας προς την οικογένειά του, θέλησε να εξαφανίσει τον «οίκο» συν το «γένος» του ταυτόχρονα. «Αποφάσισε να μείνει μόνος» μας εξηγεί ο καθηγητής Πανούσης. Κι όσον αφορά το φλέγον γιατί, ο Σεχίδης ήταν κάθετος· «εν αμύνη» τόνιζε κι επαναλάμβανε στην απολογία του. Υπήρχε συνωμοσία εναντίον του να τον βγάλουν από την μέση και «τους ξέκανε πριν τον ξεκάνουν», ενώ ταυτόχρονα τους λύτρωσε γιατί ήταν όλοι άρρωστοι. Για τον θείο του κατέθεσε ότι ήταν μπλεγμένος σε παράνομες κερδοσκοπικές δραστηριότητες και για τον πατέρα του ότι τον πίεζε και δεν τον άφηνε να ζήσει τη ζωή του. Κατηγόρησε όλη την οικογένεια του για ψυχολογικό πόλεμο καθώς και για απόκρυψη της αληθινής ταυτότητας της βιολογικής του μητέρας.

Σοκαριστική στην υπόθεση του ήταν η απάθεια κι η αταραξία με την οποία περιέγραψε τα φονικά λες κι αφηγείτο το σενάριο κάποιας ταινίας. Οδηγούμενος στη χωματερή Καβάλας ανυπομονούσε «να βρεθούν τα πτώματα να λυθεί κι αυτό» σαν να ήταν κάτι καθαρά διαδικαστικό. «Χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό» απηύθυνε στους δημοσιογράφους που τον ρωτούσαν για τις ειδεχθείς ενέργειές του και τους πάγωνε το αίμα. Εν είδει ανέκδοτου για τον κυνισμό του κυκλοφόρησε πως θα ζητήσει ελαφρυντικό επειδή είναι ορφανός. Έφεση δεν άσκησε ποτέ, παρά μονάχα μια (λόγω δικηγορικής πίεσης) που γρήγορα απέσυρε. Τέλος, αμετανόητος δήλωσε, ωστόσο στο σπίτι που εκτυλίχθηκε το δράμα είχε γράψει “Λάθος” στους τοίχους με μπογιά. Όταν ρωτήθηκε επ’αυτού υπεξέφυγε: «το λάθος σημαίνει λάθος, τίποτα περισσότερο».

Αυτή ήταν η πραγματικότητα του Σεχίδη, ή τουλάχιστον ο τρόπος που την βίωνε κι ερμήνευε. Εντούτοις αυτός ο άνθρωπος στη δίκη του δεν διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια από τους ψυχιάτρους που τον παρακολούθησαν επί τριμήνου, αλλά με σχιζοτυπική διαταραχή (έναν σχιζοφρενικό φαινότυπο). Προσωπική μου άποψη, λόγω της διάστασης της υπόθεσης δεν ήθελαν να τον αφήσουν να γλιτώσει με ακαταλόγιστο, άρα βρήκαν ένα παραθυράκι πως έκανε τα εγκλήματα εν επιγνώσει του ώστε να καταδικαστεί. Εξάλλου, σε αξονική τομογραφία το 1992 είχαν βρεθεί μη φυσιολογικά ευρήματα στον εγκέφαλο του Σεχίδη, πράγμα που διέψευσαν οι ψυχίατροι αυτοί με δικό τους έλεγχο, αλλά επιβεβαίωσε ο Τζεφεράκος με νέα εξέταση το 2010 όπου και κατέληξε στην διάγνωση της σχιζοφρένειας, δικαιολογώντας τους συναδέλφους του λόγω δυσκολίας διάγνωσης της στα πρώιμα στάδια. 

Για να ξεκαθαριστεί η διαφορά μεταξύ των δύο και να διαλευκανθεί το γιατί ο Σεχίδης έπρεπε να δικαστεί διαφορετικά, η σχιζοτυπική διαταραχή θεωρείται μια πρόδρομη φάση της σχιζοφρένειας που ωστόσο αναχαιτίζει την εισβολή σχιζοφρενικών συμπτωμάτων. Εν ολίγοις, οι περισσότεροι άνθρωποι με αυτή τη διαταραχή δεν αναπτύσσουν σχιζοφρένεια. Μέσα στην εκκεντρικότητά τους είναι συναισθηματικά απομονωμένοι, καταθλιπτικοί, κοινωνικά αγχώδεις. Πιστεύουν ότι είναι το επίκεντρο, και δεν έχουν στενές σχέσεις με τους ανθρώπους καθώς τους παρατηρούν με καχυποψία και σενάρια πλεκτάνης. Χρησιμοποιούν ασαφή και μεταφορικό λόγο, ασπάζονται δεισιδαιμονίες, υπερδυνάμεις και μαγικές πεποιθήσεις, ενώ ενίοτε έχουν και κάποιες παράδοξες αντιληπτικές αισθητηριακές εμπειρίες.

Όσο για τη σχιζοφρένεια, εμφανίζεται περίπου στο 1% του πληθυσμού. Στους άνδρες εμφανίζεται κυρίως στην αρχή της δεκαετίας των 20 και πολύ σπάνια όταν είναι άνω των 40, με την κληρονομικότητα να παίζει γενικά σπουδαίο ρόλο (θυμηθείτε την Έμμυ, και γενικά όσο εγώ μιλάω εσείς συσχετίζετε). Οι πάσχοντες περιγράφουν συνωμοσίες, δεν διαχωρίζουν τι είναι αληθινό και τι προϊόν της φαντασίας τους, ενώ βασανίζονται από ψευδαισθήσεις («μου επιτέθηκαν όλοι με μαχαίρι») και παραληρηματικές ιδέες. Στερούνται αυθορμητισμού, θέλησης κι ενσυναίσθησης, ενώ χαρακτηρίζονται από απάθεια κι ακοινωνία. Η ευερεθιστότητα, η καχυποψία και η αίσθηση παρακολούθησης πρυτανεύει απέναντι στα αγαπημένα τους πρόσωπα. Μια δυσλειτουργία του νευροδιαβιβαστή ντοπαμίνη στον εγκέφαλό τους οδηγεί σε λανθασμένη ερμηνεία των ερεθισμάτων του περιβάλλοντος τους, τείνοντας τους σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Τοιουτοτρόπως (σαν φαύλος κύκλος) η ήδη εύθραυστη συναισθηματική τους κατάσταση επιδεινώνεται κι ενισχύει τις παράλογες ιδέες τους. Οι σχιζοφρενείς στην πλειοψηφία τους δεν είναι επικίνδυνοι, αλλά ενδεχομένως να γίνουν επιθετικοί κατά τη διάρκεια ενός οξέος ψυχωσικού επεισοδίου αν δεν λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή. 

Τα συμπεράσματα δικά σας. Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ στα πρωτοσέλιδα της τότε εποχής (αλλά δυστυχώς και της τωρινής, ύστερα από το θάνατο του). «Ο Χάνιμπαλ της Ελλάδας», «Ο γιος του Φρανκενστάιν», «Ο κανίβαλος/μανιακός της Θάσου» ήταν λίγοι μόνο από τους χαρακτηρισμούς που έδωσαν στο πρόσωπο ενός βαριά αρρώστου ανθρώπου, αποδεικνύοντας για ακόμα μια φορά πόσα έτη φωτός πίσω έχει μείνει η Ελλάδα σε πολλούς τομείς.

Ο Θεόφιλος Σεχίδης εισέπραξε πόλεμο κι απέχθεια για όσα φρικτά έκανε στα θύματά του, κι όχι αδικαιολόγητα. Αυτό όμως που κάπου χάθηκε στη μετάφραση, ήταν πως κι ο ίδιος υπήρξε ένα θύμα. Θύμα της πάθησής του. Θύμα της τιμωρητικής νοοτροπίας. Θύμα μιας κλειστής κοινωνίας που το στίγμα της ψυχικής ασθένειας αποφεύγεται με κάθε κόστος. Θύμα του συντριπτικού βάρους των προσδοκιών της οικογένειάς του που δεν την άφηναν να δει την πραγματική κατάσταση του παιδιού της κι άργησε να επέμβει. Θύμα του «έλα μωρέ μικρός είναι ακόμα, θα στρώσει». Θύμα άγνοιας.