Μπαμπά, Μαμά, είμαι Εγώ….

Μπαμπά, Μαμά, είμαι Εγώ….

Η απάντηση σύμφωνα με τον Φρόιντ ήταν πάντα μία: οι γονείς. Είναι οι άνθρωποι που μας μεγάλωσαν, μας φρόντισαν, μας μάλωσαν, μας έμαθαν να περπατάμε και να μιλάμε. Κι εμείς μάθαμε απ’ αυτούς να είμαστε εμείς. Όμως, κάποια στιγμή, στην πορεία η κλωστή χάνεται -σαν να κόβεται- και έρχεται να πάρει την θέση της ο θυμός, η στεναχώρια, ο φόβος μην τους χάσουμε και το ερώτημα: Ποι@ θα ήμουν αν δεν μεγάλωνα μαζί σας; Θα με αγαπούσατε αν τολμούσα να σας δείξω ποι@ είμαι όταν κλείνει η πόρτα του σπιτιού μου;  

Μεγαλώσαμε γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει γονέας που να μην αγαπάει το παιδί του. Αυτή η άποψη-αυθεντία είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στην παραδοσιακή κοινωνία, που οποιαδήποτε αμφισβήτησή της συνεπάγεται ασέβεια. Η αγάπη όμως, πολλές φορές, δε σημαίνει αυτόματα αποδοχή και σίγουρα δεν αποτελεί πανάκεια. Κακοποιητικοί γονείς, που χρόνια μετά ζητούν συγγνώμη από το παιδί τους, εκβιάζουν την συγχώρεση, την οποία το παιδί -ενήλικας τις περισσότερες φορές- παρέχει, διότι «έτσι πρέπει».  

Η γονεϊκή αγάπη δεν μπορεί να εκφραστεί μονοδιάστατα, μέσα από την κάλυψη των βιοποριστικών αναγκών. Υπάρχει η σημαντικότερη συναισθηματική έκφραση, η οποία παρέχει ασφάλεια και μια αγκαλιά που το παιδί θα κουβαλάει σε ολόκληρη την ζωή του. Η ουσιαστική επαφή, η επικοινωνία, το χάδι, είναι πολύ σημαντικά για την ανάπτυξη της προσωπικότητας και τη μετέπειτα εξέλιξη των διαπροσωπικών σχέσεων.  

Το «Εγώ» μας διαμορφώνεται απ΄ τους γονείς μας. Γι’ αυτό και μεγαλώνοντας, αυτό που αναζητά ένα παιδί, περισσότερο από καθετί στον κόσμο, είναι η γονεϊκή αποδοχή. Πολλές φορές μάλιστα, όταν οι σχέσεις μέσα σε μία οικογένεια είναι ιδιαίτερα τεταμένες και περίπλοκες, κυνηγά την αποδοχή από άλλους ανθρώπους, συνήθως από ερωτικούς συντρόφους. Δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτουμε ότι οι προσωπικές μας σχέσεις φέρουν πολλές ομοιότητες με την σχέση που έχουμε με τον πατέρα ή την μητέρα μας. Είναι ένας καθρέφτης, πάνω στον οποίο προβάλουμε ό,τι μας πονούσε τα παιδικά μας χρόνια, τότε που ο πόνος ξέσπαγε με ένα κλάμα κι έπειτα κλειδωνόταν στα απόκρυφα της ψυχής μας. 

Έχει αποδειχθεί, ότι άνθρωποι των οποίων, ο ένας ή και οι δύο γονείς ήταν απόντες, συχνά επιδιώκουν να συνάπτουν σχέσεις με μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα, διότι δεν αναζητούν την συντροφικότητα, αλλά την γονεϊκή φροντίδα και ασφάλεια. Από την άλλη, άνθρωποι που μεγάλωσαν σε καταπιεστικά και αγχωτικά περιβάλλοντα, μπορεί να κλείνονται στον εαυτό τους και αδυνατούν να δεθούν πραγματικά με άλλα άτομα. 

Το κυνήγι της ευτυχίας 

Σε κάθε μας απόρριψη, αμφισβήτηση, αποτυχία και εγκατάλειψη, έρχεται να μας συνοδεύσει το ίδιο συναίσθημα, ο θυμός. Ψάχνουμε να βρούμε την αιτία που «είμαστε κλειστοί», που «ζηλεύουμε», που δεν μπορούμε να αποδεχτούμε την σεξουαλικότητά μας, που είμαστε αναποφάσιστοι με το τι θέλουμε να κάνουμε στην ζωή μας, που ψάχνουμε μανιωδώς να απαντήσουμε την ερώτηση του ποιοι τελικά είμαστε. Και εάν επισκεφτούμε έναν σύμβουλο ψυχικής υγείας, το πιθανότερο είναι να ανέβουν στο ειδώλιο του κατηγορητηρίου οι γονείς μας. 

Σε δυσμενέστερη θέση βρίσκονται, συνήθως, τα παιδιά που είναι κοινωνικά «διαφορετικά» από τα άλλα. Σύμφωνα με έρευνες, τα άτομα που ανήκουν στην ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα νιώθουν αποσυνδεδεμένα από τους γονείς τους, ενώ πολλοί αδυνατούν να καταλήξουν στον σεξουαλικό τους προσανατολισμό από φόβο μήπως χάσουν την αγάπη της οικογένειάς τους και τελικά μείνουν μόν@.  

Η μοναξιά που μπορεί να αισθάνεται ένα παιδί, αντιμετωπίζοντας σχολικό εκφοβισμό λόγω της σεξουαλικής του ταυτότητας στο σχολείο, το οποίο φοβάται να αποκαλύψει το «μυστικό» του στους γονείς του, είναι επικίνδυνη και αφόρητη για το άτομο που τη βιώνει. Μάλιστα, κατά την διάρκεια της καραντίνας, τα παιδιά που ακόμη μένουν με τους γονείς τους, πιέζονται διπλά και η κατάσταση της ψυχικής τους υγείας επιδεινώνεται, όταν διστάζουν να είναι ο εαυτός τους υπό την παρουσία της οικογένειάς τους.  

Και ποιος ευθύνεται γι’ αυτό; Η κοινωνία φυσικά, που με τα κλειστά της μάτια, στόματα και μυαλά αναπαράγει μια κουλτούρα στερεοτύπων, ανελευθερίας και περιορισμού, η οποία μόνο μίσος και φυλακισμένες ψυχές γεννά.  

Και μετά και μετά;

Όσο κι αν κατηγορήσει κανείς την οικογένειά του, για τα τραύματα και τους φόβους του, η απάντηση τελικά μπορεί να αλλάξει. Η απάντηση είσαι εσύ. Όσο αφήνεται κανείς να συμπλέει με τις τύψεις, με το παρελθόν και με τους φόβους του, θα παραμένει παντοτινά έρμαιο των γονιών του. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το πώς μας αγαπάνε, ούτε το τι επιθυμούν για εμάς. Μπορούμε όμως να καθορίσουμε τη δική μας σκέψη και συμπεριφορά. 

Και το σημαντικότερο: Προτού απαιτήσουμε από οποιονδήποτε να μας αποδεχτεί ακριβώς όπως είμαστε, ακόμη κι αν είναι οι γονείς μας, πρέπει εμείς να κατανοήσουμε και να αποδεχτούμε τον απέναντί μας -υπό την προϋπόθεση ότι θέλουμε και αντέχουμε ψυχικά.  

Όχι, δεν αγαπούν απαραίτητα όλοι οι γονείς τα παιδιά τους, επειδή τα «έπλασαν». Οι περισσότεροι όμως τα αγαπούν και μην ξεχνάτε πως και οι ίδιοι υπήρξαν παιδιά. Καταπιέστηκαν, τραυματίστηκαν και πληγώθηκαν, όπως κι εμείς. Η αποδοχή και η κατανόηση ξεκινά από σένα. Κοίτα τον εαυτό σου στον καθρέφτη, χαμογέλα του και καθίστε να γνωριστείτε. Κι ύστερα, ίσως αυτός ο άλλος άνθρωπος που επιθυμείς να σε αγαπήσει γι’ αυτό που είσαι, βλέποντας εσένα, με τα όμορφα και τα λιγότερο ελκυστικά χρώματά σου.