Τι έγινε Κωστάκη, τα ΑμεΑ δεν έχουν δικαίωμα να αυτοσαρκαστούν;

Τι έγινε Κωστάκη, τα ΑμεΑ δεν έχουν δικαίωμα να αυτοσαρκαστούν;

Η ανάπηρη, ο αυτοσαρκασμός και η διαδικασία του reclaiming 

H Κατερίνα Βρανά -αγαπημένη μου κωμικός από τη στιγμή που έμαθα για το stand-up στην Ελλάδα- έκανε κάτι ιδιαίτερα αξιόμεμπτο: ούσα ανάπηρη, ανάρτησε στο διαδίκτυο φωτογραφία στο πλάι του Κώστα Μακεδόνα και της Τζένης Μπότση. Ως λεζάντα, επέλεξε τον τίτλο «Τι έγινε Κωστάκη, σε γουστάρει η ανάπηρη;», ως μια άλλη Τζένη Μπότση στο «Σημάδι του Έρωτα» πού είπε το γνωστό «τι έγινε Κωστάκη, σε γουστάρει η χωριάτισσα»; 

Όπως είναι λογικό, το post αυτό προκάλεσε μια κάποια αναταραχή στα social media. Στην αρχή, κατά της Τζένης Μπότση, που αναδημοσίευσε τη φωτογραφία από την Κατερίνα Βρανά (γιατί, κατά κάποιον τρόπο, νόμιζαν ότι εκείνη -ως μη ανάπηρο άτομο- τη δημιούργησε), και έπειτα, κατά της ίδιας της Βρανά που ως ανάπηρο άτομο τόλμησε να αυτό-αποκληθεί και να αυτοσαρκαστεί, χρησιμοποιώντας την ατάκα με αυτόν τον τρόπο. 

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: είμαι ΑμεΑ και έχω κάθε δικαίωμα να αστειεύομαι με την αναπηρία μου -και αυτό ισχύει για όλες τις κοινωνικά προσδιορισμένες μειονότητες. Οι γκέι αυτοαποκαλούνται γκέι, οι μαύροι, μαύροι και ούτω καθεξής. Για άτομα που δεν έχουν συμβιβαστεί με την ταυτότητά τους -π.χ. για ΑμεΑ που πρόσφατα απέκτησαν αναπηρία- ίσως να είναι δύσκολο να ακούνε αυτές τις λέξεις. Σε όσες και όσους δεν ανήκουν στις εν λόγω κοινωνικές ομάδες δε, δεν τους πέφτει λόγος σε καμία περίπτωση. 

Αλλά για να δούμε λίγο πιο προσεκτικά την κατάσταση: το πρόβλημα του κοινού δεν ήταν ότι χαρακτήρισε τον εαυτό της έτσι, αλλά ότι αστειεύτηκε με αυτό. Η αναπηρία -όπως και άλλες μη-τυπικές καταστάσεις- έχουμε διδαχθεί πως είναι κάτι, που πρέπει να λέγεται σιγανά με φόβο και δέος -αν δεν αποφεύγεται ολοκληρωτικά φυσικά- και περίτεχνα, με λέξεις όπως πρόβλημα, κατάσταση, ιδιαιτερότητα. Το να αστειεύεσαι με κάτι τέτοιο -ακόμα κι αν είσαι ανάπηρο άτομο-, ξεφεύγοντας τόσο από τη νόρμα, καταντά προσβλητικό. 

Ο αυτοσαρκασμός λειτουργεί, όμως, και σαν άμυνα. Για παράδειγμα, στο γυμνάσιο-λύκειο παρέμενα σαν από πείσμα στο 1.50. Έχοντας καταλάβει από 6 χρόνια φοίτησης στο δημοτικό πως κάτι τέτοια δεν περνάνε έτσι, άρχισα να αποκαλώ τον εαυτό μου «κοντή». Ξέρω, sad, αλλά προσωπικά με απελευθέρωσε από ποικίλες καταστάσεις πιθανού λεκτικού bullying για το ύψος μου, εφόσον το είπα μόνη μου. Ναι είμαι κοντή, ναι είναι δύσκολο να ανοίξω την πόρτα καμιά φορά γιατί δε φτάνω το πόμολο και στην ενήλικη ζωή θα αναγκαστώ (¿) να φοράω ψηλοτάκουνα. Ένιωσα να παίρνω τη δύναμή μου πίσω από αυτούς που προσπάθησαν -μάταια συμπληρώνω- να μου την στερήσουν.  

Ακριβώς εκεί έρχεται να λειτουργήσει καταλυτικά το reclamation ή η επανοικειοποίηση, που περιγράφει τη χρήση λέξεων, που κάποτε ήταν προσβλητικές, από τις ίδιες τις κοινότητες που αυτές στοχοποιούσαν. Χρησιμοποίησα κι εγώ μερικές τέτοιες λέξεις παραπάνω, γκέι και λεσβία. Επίσης οι λέξεις feminism, sufragette, queer -ναι παιδιά, το κουήρ-, Jesuit, Jew, Black -αντί του African-American, που αποκλείει μεγάλη μερίδα ατόμων-, white trash, fat, bitch, slut και … Impressionism. Το ρεύμα αυτό βαφτίστηκε έτσι από έναν κριτικό τέχνης, που κατέκρινε τον πίνακα “Impression, soleil levant” του Μονέ. Επίσης, επειδή είμαι κακός άνθρωπος και θέλω να σοκάρω τους «ευαίσθητους», που τους πείραξε το αστείο της Βρανά, να υπενθυμίσω ότι reclamation προσπαθεί να γίνει και με τις λέξεις cripple, crip, gimp στην αγγλική γλώσσα. 

 Μήπως πρέπει να προχωρήσει και η ελληνική γλώσσα και κοινωνία προς την επανοικειοποίηση λέξεων; Γιατί, για παράδειγμα, οι όποιες προσπάθειες της queer κοινότητας έχουν στεφθεί από αποτυχία λόγω της στάσης της κοινωνίας. Αυτός ο ελληνικός ψευτοπουριτανισμός και τα ψιθυριστά σχόλια πίσω από την πλάτη μας έφτασαν να θεωρούμε λέξεις όπως «ανάπηρη» προσβλητικές.