Πείραμα Κέντλερ: Έννομη κακοποίηση ψυχών

Πείραμα Κέντλερ: Έννομη κακοποίηση ψυχών

Πόσο τρομακτική μπορεί να γίνει η επιστήμη; Όσοι μελετάμε ψυχολογία αλλά και τις κοινωνικές επιστήμες, έχουμε πολλές φορές εκπλαγεί -δυσάρεστα αλλά και ευχάριστα- από τις ανθρώπινες ανακαλύψεις για το είδος μας. Μία τρομακτική έκπληξη συνιστά η περίπτωση του Χέλμουτ Κέντλερ, ενός από τους πιο ξακουστούς Γερμανούς ψυχολόγους της δεκαετίας του 60’ και καινοτόμου ερευνητή στον χώρο της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης των νεαρών ατόμων. Το «μότο» του ήταν ότι οι παιδόφιλοι άνδρες θα μπορούσαν να αποτελούν τους ιδανικούς ανάδοχους γονείς για παιδιά χωρίς σπίτι και οικογένεια να τα φροντίζει.

Την ιστορία έφερε στην δημοσιότητα ξανά πέρυσι τον Ιούνιο η Deutsche Welle, λέγοντας πως πολλοί από τους υποψήφιους «μπαμπάδες» ήταν ακαδημαϊκοί αλλά και μέλη υψηλόβαθμα του Ινστιτούτου Max Planck, του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου αλλά και του Σχολείου Odenwald.

Παρόλες τις σπουδές και τις διακρίσεις που έλαβε από την γερμανική κοινότητα, η προσπάθεια του Κέντλερ να απενοχοποιήσει με αυτόν τον «ιδιάζοντα» τρόπο την παιδική σεξουαλικότητα, προκαλεί αισθήματα αηδίας και ντροπής ακόμη και στους πιο αδιάφορους για το θέμα ανθρώπους. Ήθελε να αποδείξει αυτό που εκείνος πίστευε περίτρανα, ότι δηλαδή η υιοθεσία ορφανών από παιδόφιλους θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να έχει θετικά αποτελέσματα στην πνευματική και νοητική ανάπτυξη των παιδιών. Η παιδοφιλία για τον ίδιο δεν συνιστούσε κάτι το επικίνδυνο. Αντιθέτως, πρέσβευε ότι ο έρωτας προς τα παιδιά θα απέφερε το μέγιστο ενδιαφέρον προς αυτά. Εκτός αυτών όμως, ο Κέντλερ είχε δηλώσει πώς οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ ανηλίκων και ενηλίκων θα έπρεπε να αποποινικοποιηθούν. Αποτελούσαν ίσως γι’ αυτόν ενός είδους επιπρόσθετου «κοινωνικού ταμπού»…

Το πείραμα,  ξεκίνησε το 1969 , όταν εκλέχθηκε πρόεδρος στο τμήμα Κοινωνικής Παιδαγωγικής στο Παιδαγωγικό Κέντρο του Βερολίνο και έτσι απέκτησε τη δύναμη αλλά και τα μέσα να υλοποιήσει την ιδέα του. Ερχόταν σε στενή επαφή με παιδιά προερχόμενα από δυσλειτουργικά οικογενειακά περιβάλλοντα, πολλά από τα οποία κατέληγαν στην πορνεία ή στην παράνομη παιδική εργασία, και λόγω της θέσης του, αυτός ήταν που θα αποφάσιζε το μέλλον τους.

Ο Κέντλερ είχε επίγνωση της παρανομίας που διέπραττε, ωστόσο πίστευε πραγματικά ότι μέσω της κατάλληλης «σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης», τα παιδιά θα μπορούσαν να επανενταχθούν με υγιέστερο τρόπο στον κοινωνικό ιστό. Μάλιστα, σύμφωνα με τις επιστημονικές του σημειώσεις, τα αποτελέσματα του πειράματος κρίθηκαν θετικά, ενώ οι αρμόδιες αρχές φαίνεται πως αντιδρούσαν παθητικά (αποτελούσε ένα κοινό μυστικό για την γερμανική Πρόνοια).

Το «target group» του ήταν αγόρια 6-15 ετών, κατά βάσιν άστεγα. Το πείραμα τελείωσε το 2003 και μέχρι τότε είχαν δοθεί εκατοντάδες παιδιά από διάφορα ιδρύματα σε παιδόφιλους άνδρες, οι οποίοι επιδοτούνταν επιπροσθέτως από το κράτος για το «λειτούργημά» τους. Ο επιστήμονας ήταν σε συχνή επαφή με τα παιδιά που έδινε σε παιδόφιλους πατέρες, διότι τον ενδιέφερε η εξέλιξη της προόδου τους.

Το σκανδαλώδες πείραμα ήρθε στην επιφάνεια κάποια χρόνια μετά τον θάνατο του Χέλμουτ, όταν δύο άνδρες το 2013, οι οποίοι όντας παιδιά υιοθετήθηκαν από παιδόφιλους, μίλησαν για την τρομακτική εμπειρία σεξουαλικής και συναισθηματικής κακοποίησης που βίωσαν. Έτσι, ξεκίνησε μια έρευνα στο Πανεπιστήμιο του Χίλντεσχαϊμ στο Ανόβερο, προκειμένου να ανακαλύψουν το δίκτυο των εμπλεκομένων, στο οποίο, όπως φάνηκε, είχαν αναμειχθεί εκπαιδευτικά ιδρύματα, η Γερουσία του Βερολίνου και φυσικά η Πρόνοια, αρχές οι οποίες σιωπηρά δέχτηκαν και υποστήριξαν τις ενέργειες αυτές. Το επιπλέον δυστυχές της υπόθεσης είναι ότι, λόγω παραγραφής, τα θύματα δεν δικαιούνται αποζημίωση για τα εγκλήματα που διεπράχθησαν εις βάρος τους. Σε βάρος του καθηγητή δεν ασκήθηκε ποτέ κάποια έννομη ενέργεια, μιας και όταν τα θύματα βρήκαν το κουράγιο να μιλήσουν για όσα πέρασαν, τα εγκλήματα είχαν πλέον παραγραφεί…

Ο Κέντλερ πέθανε το 2008 σε ηλικία 80 ετών και τότε από τα έγγραφα που βρέθηκαν, φάνηκε πως ο ίδιος είχε κρίνει την διαδικασία ως επιτυχημένη. Και το ερώτημα είναι ένα: «Πώς τόσοι άνθρωποι, ενώ ήξεραν, αποδέχονταν σιωπηρά την κακοποίηση παιδιών;» Και στη συνέχεια, πώς είμαστε σίγουροι, ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται σε ιθύνοντες θέσεις στα πανεπιστήμια και στα εκάστοτε επιστημονικά πειράματα, διαθέτουν την ηθική και την συναισθηματική νοημοσύνη ή – στην περίπτωση του Κέντλερ- την ψυχική υγεία και σταθερότητα, να διεξάγουν το έργο τους, χωρίς να θέτουν σε ουσιαστικό κίνδυνο άλλες ψυχές;