Μιλάμε όμορφα… για κακοποίηση;

Μιλάμε όμορφα… για κακοποίηση;

Δεν είναι καθόλου εύκολο να μιλήσουμε για ένα περιστατικό βίας, είτε το βιώσαμε οι ίδιοι είτε μιλάμε για κάποιο μη-προσωπικό γεγονός. Η προσπάθειά μας, όμως, να μιλήσουμε με έναν αποδεκτό τρόπο για ένα περιστατικό βίας, ενέχει τον κίνδυνο –ακόμη και άθελά μας- να μειώσουμε τη σοβαρότητα του.

Ο βιασμός είναι βιασμός. Δεν είναι σεξουαλική παρενόχληση, ούτε «προβληματική σεξουαλική συμπεριφορά» ή κάποια άλλη δημιουργική φράση.

Γνωρίζω ότι ως μία γυναίκα, που δεν έχει υποστεί βιασμό (όχι ότι, αν είχα, θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα), δεν έχω δικαίωμα να κρίνω τον τρόπο με τον οποίο ένα θύμα κακοποιητικής συμπεριφοράς μιλά για τα τραύματα, που υπέστη από σεξουαλική επίθεση. Δεν τα βάζω με το θύμα.

Τα βάζω με τα media. Ξανά!

Τα βάζω με τις εταιρίες που κυριαρχούν σε εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση αλλά και ίντερνετ, που, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν  πόσο «καλά παιδιά» είναι, φτάνουν να μιλούν για σεξουαλικούς εκβιασμούς και βιασμούς απέξω απέξω, για να μην τους επιβληθεί κάποιο πρόστιμο. Έτσι αφήνεται μια υπόνοια στον αέρα ότι «κάποιο σεξουαλικό κακό έγινε», χωρίς να γίνεται αναφορά στο πραγματικό γεγονός και κατά συνέπεια, χωρίς να υπάρχει ουσιαστική επικοινωνία.

Κάπως έτσι, μαθαίνουν οι άνθρωποι πως ο βιασμός και οι επιθέσεις σεξουαλικής φύσεως ανήκουν στην ευρύτερη κατηγορία της σεξουαλικής παρενόχλησης. Και κάπως έτσι η σεξουαλική παρενόχληση γίνεται λέξη-κλειδί, jack of all trades (master of none), εξισώνοντας όλες τις σεξουαλικά κακοποιητικές συμπεριφορές, οδηγώντας στην απόρριψη ή τη μείωση της σημασίας-βλάβης των περιστατικών.

Φυσικά, το ξεκαθάρισμα των όρων της κάθε πράξης δεν γίνεται προκειμένου να μπουν τα σεξουαλικά εγκλήματα σε κάποια κλίμακα και να κρίνονται ως σοβαρά και μη σοβαρά -τουλάχιστον όχι ως αφορμή για σύγκριση του «ποιο είναι το χειρότερο». Εξάλλου δε θεωρώ πως κάτι τέτοιο είναι δυνατό. Το εκάστοτε περιστατικό παραβίασης των προσωπικών μας ορίων βιώνεται μοναδικά από τον καθένα μας, ανάλογα τα τραύματα και τα βιώματα του καθενός.

Οι όροι οφείλουν να είναι ξεκάθαροι, τόσο για να μπορούμε να συνεννοηθούμε για το τι συνέβη όσο και για τη σωστή ενημέρωση –αλλά και για τη νομική δίωξη των θυτών. Νομίζω ότι είναι σαφές πως κάθε έγκλημα οφείλει να έχει διαφορετική αντιμετώπιση, τόσο νομικά όσο και κοινωνικά, οπότε ο γλωσσικός διαχωρισμός μεταξύ των εγκλημάτων είναι απαραίτητος.

Καταλαβαίνω πως αυτή η γλωσσική ασάφεια ίσως έχει πιο αθώες καταβολές -ενδεχομένως ο σκοπός κάποιων είναι να μην ξαναπληγώσουν (trigger) άτομα που έπεσαν θύματα συγκεκριμένων συμπεριφορών και εγκλημάτων. Όμως το triggering δε συμβαίνει με την απλή αναφορά ενός εγκλήματος, αλλά με την αναλυτική περιγραφή της πράξης –που σε περίπτωση που δεν ήσασταν εδώ στην αρχή του ελληνικού metoo, συνέβαινε παντού και ειδικά στα παραδοσιακά media.

Ως γυναίκα, ως γλωσσολόγος, ως άνθρωπος που απαιτεί απόδοση δικαιοσύνης και ευθυνών, θέλω να χρησιμοποιείται σωστά η γλώσσα όταν αναφερόμαστε σε τέτοια περιστατικά -και το ίδιο θα έπρεπε να επιθυμείτε και εσείς.

Είναι καλό να γνωρίζουμε πως οποιοδήποτε από τα παρακάτω αδικήματα ορθά αποτελεί σεξουαλική παρενόχληση, αλλά να παρατηρούμε, επίσης, πως όσο συχνότερα χρησιμοποιούμε τον όρο-ομπρέλα, τόσο συντομότερα θα αποτελεί trigger για τα αυτιά κάθε ανθρώπου, που αρνείται να ακούσει, να καταλάβει, να σεβαστεί. Οπότε, αντί για την αποκλειστική χρήση του catch-all όρου σεξουαλική παρενόχληση, ας μιλάμε πιο συγκεκριμένα για:

Σεξουαλική επίθεση

Υπόσχεση ανταλλαγμάτων για σεξουαλικές χάρες         

Εργασιακό εκβιασμό

Απόπειρα Βιασμού

Πίεση για σεξουαλική πράξη

Αποκάλυψη του γυμνού σώματος

Βιασμό     

Catcalling/Παρενόχληση στο δρόμο

Ανεπιθύμητη προσέγγιση/διανομή σεξουαλικού υλικού

Νομίζω ότι οι παραπάνω όροι είναι αρκετά συγκεκριμένοι, χωρίς να αποτελούν triggers.