Τι δεν μας έμαθαν οι πανελλήνιες

Τι δεν μας έμαθαν οι πανελλήνιες

Πανελλήνιες: Από εκείνα τα έτη που παραμένουν χαραγμένα στην μνήμη των περισσότερων, όσο και να απομακρυνθούν ηλικιακά από την τρίτη λυκείου. Η επίγευση δεν τείνει να είναι η καλύτερη δυνατή, δεδομένου ότι συνοδεύεται με μεγάλη πίεση για τους υποψήφιους, πρωτόγνωρες δυσκολίες και απαιτήσεις. Αναμφίβολα, τα μαθήματα που πήραμε από αυτές ήταν αρκετά, χωρίς αυτά να έχουν, απαραίτητα, σχέση με τα σχολικά βιβλία. Υπάρχουν και πράγματα που απέτυχαν να μας μάθουν ή έστω να μας μάθουν με σωστό τρόπο.

Από την διαδικασία των πανελλαδικών, σε κάθε περίπτωση παίρνουμε μαθήματα, ωστόσο εκείνα που κρατάμε περισσότερο δεν είναι τα σχολικά. Ένας λόγος για αυτό, είναι το γεγονός ότι το σύστημα είναι τόσο εξετασιοκεντρικά και ανταγωνιστικά διαμορφωμένο, που χάνεται το πραγματικό νόημα, που είναι η χαρά της μάθησης.

Εκείνο που αρκετοί καταλήγουν να θυμούνται περισσότερο είναι η πρώτη επαφή με ένα σύστημα αδικίας και ανισότητας. Φαινομενικά ίσως ακουστεί οξύμωρο, διότι υποτίθεται ότι είναι έτσι διαμορφωμένο, ώστε οι εξετάσεις να έχουν «αδιάβλητο» χαρακτήρα. Ωστόσο, λίγοι αναρωτιούνται για τις ευκαιρίες επιτυχίας που έχουν παιδιά τα οποία διαμένουν σε απομακρυσμένες τοποθεσίες μακριά από φροντιστήρια ή δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα για την απαραίτητη προετοιμασία. Εναλλακτικές επιλογές δεν υπάρχουν, δυστυχώς, παρά μόνο σπάνια, καθώς οι περισσότεροι σχολικοί καθηγητές, συνήθως, δεν ενδιαφέρονται να επιτελέσουν σοβαρότερα το καθήκον τους.

Επιπλέον, κανονικά θα έπρεπε να είναι ανήκουστο, όμως συμβαίνει συχνά, ειδικά στην θεωρητική κατεύθυνση (κυρίως σε μαθήματα, όπως λογοτεχνία και νεοελληνική γλώσσα), να υπάρχει «ποικιλία» στις πιθανές βαθμολογίες, αναλόγως τον διορθωτή. Ο μαθητής το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ελπίζει, απλώς, ότι θα σταθεί τυχερός, άσχετα από την προσωπική προσπάθεια.

Περνώντας στον αντίποδα των δυσάρεστων, όλοι θα ωφελούμασταν αν διατηρούσαμε την όρεξη που είχαμε τότε να παλέψουμε για κάτι καλύτερο για το μέλλον μας. Να συνεχίζουμε να προχωράμε, χωρίς να πτοούμαστε, παρά την οποιαδήποτε αντιξοότητα που συναντούμε -ίσως, τώρα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή.

Οι πανελλήνιες, δυστυχώς, είναι μια εξέταση που σημαδεύει κάθε παιδί σε οποιοδήποτε ελληνικό σχολείο. Οι μαθητές, είτε αποφασίζουν να δώσουν είτε όχι, έρχονται αντιμέτωποι με τον τεράστιο εφιάλτη, ο οποίος ήδη από το Δημοτικό μας περιγράφεται με άκρως αρνητικούς όρους, από τους γονείς αλλά και τους δασκάλους μας. Ο λόγος; Μα φυσικά διότι στο ελληνικό σχολείο δεν είναι παρά ελάχιστοι οι καθηγητές που ασχολούνται πραγματικά με την εκμάθηση, αλλά και την εμφύσηση της αγάπης για τη γνώση και το διάβασμα.

Προφανώς, θα ήταν πολύ εύκολο να κατηγορήσουμε απευθείας τους εκπαιδευτικούς, όχι μόνο για την ελλιπή μορφωτική μας διάπλαση, αλλά και για τον ελλιπέστατο και, πλέον ανεπαρκή, επαγγελματικό μας προσανατολισμό. Δεν είναι λίγα τα παιδιά που δεν γνωρίζουν στην ηλικία των 16, όπου καλούνται να επιλέξουν κατεύθυνση, το επαγγελματικό τους μονοπάτι, καταλήγοντας δυστυχώς σε σχολές που δεν τους ενδιαφέρουν, γεμίζοντας θέσεις που μελλοντικά θα τους αποφέρουν είτε έναν “ικανοποιητικό” μισθό, είτε μια θέση στα επιδόματα ανεργίας του ΟΑΕΔ.

Οι Πανελλήνιες δεν είναι η σημαντικότερη εξέταση στη ζωή μας. Είναι μονάχα η αρχή ενός δρόμου, που εμείς θα επιλέξουμε εάν είναι από τους κακοτράχαλους του χωριού ή τους επιμελώς φροντισμένους της Εθνικής Οδού.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η προσπάθεια και μόνο αρκεί, ελπίζοντας ότι στο μέλλον τα παιδιά ήδη από το Δημοτικό θα παρακολουθούν μαθήματα επαγγελματικού προσανατολισμού, αλλά και σχολικής ψυχολογίας, τα οποία θα λειτουργούν ως αρωγοί, ώστε οι πανελλήνιες να φύγουν από το σύννεφο της ανεργίας, της λάθος επιλογής και του μάταιου κόπου και να συμβολίζουν μόνο την αρχή μια φιλόδοξης επαγγελματικής πορείας.

Και ας μην ξεχνάμε κάτι πολύ σημαντικό που επίσης δεν μας έμαθαν, ούτε προσπάθησαν. Να αγαπάμε το σώμα μας, να φροντίζουμε τον εαυτό μας, να βάζουμε τη σωματική και ψυχική υγεία μας πάνω από τα μόρια που θα ανακοινώνουμε στους γνωστούς μας ότι καταφέραμε να “πιάσουμε. Ίσως το μεγαλύτερο λάθος, που οι περισσότεροι από εμάς κάναμε τη χρονιά της τρίτης λυκείου -και που μάλλον θα συνεχίσουν να κάνουν οι περισσότεροι τελειόφοιτοι- είναι ότι αγχωθήκαμε πολύ πριν ξεκινήσουμε να διαβάζουμε. Διατηρήσαμε αυτό το άγχος καθ’ όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας και χρειάστηκαν χρόνια για να το αποβάλλουμε -αν το επιτύχαμε.

Το άγχος ξεκινά από το το πώς νιώθουμε, τι φοβόμαστε, πόσο παραγωγικοί είμαστε και διαχέεται στον ύπνο, τη διάθεση, την αυτο-φροντίδα, τα ψυχικά νοσήματα. Και από όπου περάσει διαλύει άμυνες και προόδους. Όχι απλά κάναμε το λάθος να διαβάζουμε τελευταία στιγμή -γιατί δεν υπολογίσαμε καλά το χρόνο-, αλλά και διάφορα άλλα, που τότε έμοιαζαν με σωστή επιλογή, όπως ο καθημερινός ύπνος 5 ωρών και η κακή διατροφή. Και όλα αυτά, για να καταφέρουμε να περάσουμε σε μία σχολή, στην οποία δεν ξέρουμε τι θα μάθουμε ή αν θα μας ταιριάζει. Ξέρουμε απλά ότι θα λέμε το όνομά της με καμάρι και θα μας αντιμετωπίζουν σαν πετυχημένους. Για ένα όνομα.

Αν, όμως, κάτι μας έμαθε αυτή η περίοδος και την ευγνωμονούμε για αυτό είναι η τέχνη του να διαχειρίζεσαι την αποτυχία ή, μάλλον, να καταφέρνεις να ξεχωρίσεις την αποτυχία από το εμπόδιο. Γιατί τα 19.000 δεν είναι στόχος ζωής, ούτε φέρνει ευτυχία. Σίγουρα, είναι μία ανταμοιβή, που στις περισσότερες περιπτώσεις κάνει τα πάντα πιο όμορφα. Αλλά, αυτό που καταλαβαίνεις, όταν δεν περάσεις στη σχολή που “θες”, είναι το αν πραγματικά το ήθελες.

Διάβασμα, μανιώδεις ρυθμοί, σωματική κόπωση, αποτυχία ή επιτυχία και πολλά άλλα. Από όλα έχει αυτό το διάστημα του ενάμιση έτους που οδηγεί τελικά σε αυτές τις εξετάσεις. Και θα είναι ακριβώς αυτό, ένας χρόνος από τη ζωή μας -μπροστά στους πολλούς που έπωνται, μία ευκαιρία -μπροστά στις χιλιάδες που θα παρουσιαστούν αργότερα.Σίγουρα, μπορεί να γίνουν η αρχή ενός νέου κεφαλαίου της ζωής μας.Ωστόσο δεν είναι το τέλος και αυτό χρειάζεται πάντα να το θυμόμαστε.

Οι ευκαιρίες να προσπαθήσεις ξανά είναι πολλές, αλλά ζυγίζεις αν τελικά είναι τόσο σημαντικό, όσο έπειθες τον εαυτό σου ότι είναι. Και κάποιοι προσπαθούν ξανά -και ξανά. Και είναι άξιοι θαυμασμού, γιατί έχουν βρει -μάλλον- αυτό που θα τους κάνει χαρούμενους. Άλλοι, πάλι, αντιλαμβάνονται πως τα 18 δεν είναι η ώρα να “κλείσουν” σε ένα στόχο και ξεκινούν ένα ταξίδι αυτογνωσίας, που, αν είναι τυχεροί, δεν σταματά ποτέ.