Έγκλημα, θέαμα και τιμωρία: Πώς να απενοχοποιήσεις ένα δολοφόνο

Έγκλημα, θέαμα και τιμωρία: Πώς να απενοχοποιήσεις ένα δολοφόνο

Η τηλεόραση αποτελεί εκ γενετής μέσο ψυχαγωγίας και ενημέρωσης. Δύο διακριτοί ρόλοι -τις περισσότερες, τουλάχιστον, φορές-, που σε συγκεκριμένες φάσεις, ωστόσο, μπορεί και να μπερδεύονται. Και εκεί που ορισμένες εκπομπές φέρουν τον τίτλο “ενημερωτικές”, αυθαίρετα αποφασίζουν ότι, ίσως, το θέαμα -και άρα η ψυχαγωγία-τραβάει περισσότερο τα πλήθη. Είναι και αυτή η ρημάδα η τεκμηριωμένη και άμεμπτη πληροφόρηση (κοινώς δημοσιογραφία) πολύ βαρετή για να ασχοληθούμε.

Κάτι τέτοιο φαίνεται να συμβαίνει, τις τελευταίες εβδομάδες, με την υπόθεση της γυναικοκτονίας στα Γλυκά Νερά. Αφού, πλέον, ταυτοποίησε η αστυνομία το δράστη και εμείς πάλι πέσαμε από τα σύννεφα, ως κοινωνία, ήρθε η ώρα του κοινώς γνωστού «ξεπλύματος». Τώρα, που τηλεοπτικές εκπομπές αφιερώνουν ώρες στην ψυχογράφηση του δολοφόνου, δημιουργώντας ταυτόχρονα μια όμορφη και κυρίως εμπορεύσιμη ιστορία, πίσω από το έγκλημα. Τώρα, που γνωστές περσόνες του χώρου του θεάματος σπεύδουν να προσδώσουν στις ανεκδιήγητες πράξεις του καθ’ ομολογίαν δολοφόνου μία αίσθηση ρομάντζου, λες και πρόκειται για υπόθεση νουάρ νουβέλας και όχι για πραγματικότητα, με πράξεις και συνέπειες.


Το να ρομαντικοποιείς, βέβαια, δολοφόνους και εγκλήματα στο βωμό του θεάματος, έχει αποδειχτεί, εδώ και χρόνια, επιτυχημένη συνταγή -για αυτό και συνεχίζει να εφαρμόζεται. Τόσο στη χώρα μας (Φραντζής, Παπαχρόνης, Κατσούλας και άλλοι), όσο και στο εξωτερικό (Bundy, Dahmer, Ramirez). Όπως φαίνεται, ειδικά αν πρόκειται για εγκλήματα κατά γυναικών, τα ΜΜΕ έχουν εκ φύσεως την τάση να περιγράφουν τα δεδομένα, λες και πρόκειται για υποθέσεις χολιγουντιανών υπερπαραγωγών. Εκεί, δηλαδή, που πρέπει να συμπάσχεις ως θεατής με το θύμα -διότι η δικαιοσύνη πάντα υπερισχύει στη συνείδηση μας(;)-, να νιώθεις παράλληλα και μια κατανόηση, ή ακόμα και κάποια διαστροφική έλξη, προς τον θύτη.

Θα δείτε μια γοητευτική προσωπικότητα που θα γίνεται και εσείς followers”

-Διότι σύμφωνα με τα λεγόμενα γνωστής επιστήμονος του κλάδου της ψυχολογίας πέραν από γυναικοκτόνος, ο δράστης είναι και εν δυνάμει influencer.

Ο χαρισματικός, γοητευτικός δολοφόνος μας. Ο δράστης με το αγγελικό, κατά τα άλλα, πρόσωπο. Μια πολυσχιδής και ενδιαφέρουσα προσωπικότητα, που όλοι θα θέλουμε να γνωρίσουμε καλύτερα –ή και όχι. Το αφήγημα του στυγνού, αλλά παράλληλα σαγηνευτικού, δολοφόνου, το έχουμε δει ουκ ολίγες φορές στις οθόνες μας -κυρίως σε ταινίες. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτρέπει ορισμένους από το να χρησιμοποιούν αυτό το αφήγημα για πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις, ως τρόπο χειρισμού της ευρύτερης εικόνας και της ιστορίας που χρειάζεται να ξέρουν οι θεατές.

Πρόκειται, ίσως, για έναν από τους αποτελεσματικότερους τρόπους που επεμβαίνουν στο δημόσιο λόγο τα ΜΜΕ. Από τη γλώσσα που χρησιμοποιούν για την περιγραφή του δολοφόνου και των πράξεών του, μέχρι την πλήρη εργαλειοποίηση της εικόνας και των ιδιοτήτων του -διότι είναι πρωτίστως πιλότος και μετέπειτα γυναικοκτόνος βλέπετε. Πέραν αυτού, η υπερπροβολή της όλης υπόθεσης αποτελεί άλλον έναν τρόπο, ώστε οι θεατές να ”συνηθίσουν” την ιστορία, να την αποδεχτούν ως έχει και, εν τέλει, να προχωρήσουν από αυτή. Καθώς, ναι μεν πέσαμε από τα σύννεφα, αλλά εντάξει, υπάρχουν και άλλα ζητήματα για τα οποία θα κληθούμε να σοκαριστούμε στο μέλλον.

“Σε μία μόνο στιγμή κατέστρεψε τη ζωή του, έχασε τη γυναίκα, που πιστεύω πως αγαπούσε, το παιδί του…”

-Καθώς σύμφωνα με γνωστή συγγραφέα, το μεγαλύτερο κακό, ο γυναικοκτόνος το έπαθε που έχασε γυναίκα και παιδί. Είναι, πραγματικά, να τον λυπάσαι, δηλαδή.

Στην παρούσα φάση των εξελίξεων, το επίκεντρο της συζήτησης είναι αυτός. Ο λευκός, Έλληνας, άνδρας, δολοφόνος. Η δική του η ζωή καταστράφηκε και εκείνος μπορεί να κάνει καιρό να ξαναδεί το παιδί του. Εκείνος βρίσκεται έγκλειστος και προσπαθεί να προσαρμοστεί στις συνθήκες της φυλακής και εκείνος σε λίγο καιρό θα πρωταγωνιστεί ξανά στις οθόνες μας, κατά τη διάρκεια της δίκης.

Για άλλη μια φορά, βλέπουμε πως ο θύτης πουλά περισσότερο από το θύμα -το οποίο τυγχάνει να είναι και άλλης εθνικότητας. Και πραγματικά, αξίζει κανείς να αναρωτηθεί: Πώς θα ένιωθε ο καθένας από εμάς, στη θέση του οικείου κύκλου της Καρολάιν; Πόση οργή ακόμα μπορεί να νιώσει κανείς, όταν βλέπει να εγκωμιάζουν τις χάρες εκείνου, που σου στέρησε έναν δικό σου άνθρωπο; Πόση ακόμα θλίψη, όταν οι βαθύτερες σκέψεις του εκλιπόντος παιδιού σου γίνονται βορά δημοσιογράφων και ψυχολόγων, με σκοπό να βρουν κάποια δικαιολογία για πράξεις άλλων; 

“…για να είμαστε ειλικρινείς ο φερόμενος ως δράστης μόλις είδε το πτώμα, έκανε αυτό που έχουν κάνει πάρα πολλοί στην ίδια θέση. Σκέφτηκε να το εξαφανίσει. Θυμόμαστε την περίπτωση του Φραντζή. […] Αυτός το μπόρεσε αυτό: Δηλαδή, να πάρει και να τεμαχίσει. Αυτός ο τύπος εδώ, ο φερόμενος ως δράστης, η συγκρότηση της προσωπικότητάς του δεν του επέτρεπε κάτι τέτοιο. Δεν είναι για αίματα, είναι πιο αποστειρωμένος.

-Και αφού εκθειάσαμε τα προτερήματα του, ας κατακλειδώσουμε, με την ”καθαρότητά” του.

Ένα έγκλημα πάντα έχει θύτη και θύμα. Δύο πλευρές, δύο διαφορετικές θέσεις ισχύος. Και οι δύο χρειάζεται να ακουστούν, καθώς η τιμωρία δε λογίζεται να έρθει, πριν την απολογία. Ωστόσο, πάντα η μία πλευρά -ακριβώς, λόγω της θέσης ισχύος, που διαθέτει στην εκάστοτε υπόθεση- πρέπει να προστατεύεται και κυρίως να ακούγεται εναργέστερα. Και αυτή η πλευρά είναι πάντα του θύματος.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, όσο χαρισματική προσωπικότητα και να είναι, όσο στοργικός πατέρας να φαινόταν πως είναι για την κόρη του, όσες γάτες και να ταΐσει στις φυλακές που βρίσκεται, δεν παύει να είναι ο άνθρωπος που δολοφόνησε τη γυναίκα του, κρέμασε το σκυλί τους και έλεγε ψέματα σε όλους επί εβδομάδες. Και οι πράξεις δεν αλλάζουν, επειδή κάποιοι θέλησαν να συνθέσουν τη δική τους ρομαντική τηλενουβέλα, εις βάρος άλλων. Εξάλλου, η μεταμέλεια και η συνειδητοποίηση των πράξεων μας δεν προκύπτει εν μία νυκτί και αμφιβάλλω αν η παρούσα περίπτωση θα αποτελέσει εξαίρεση.